Wednesday, 26 September 2007

Πίσω, ρε. :)
Μπακ του νετ.



A D S L


Coming soon...







Tuesday, 14 August 2007

Model 2216

Μονολογώ με πίεση

καταπίεση

συναισθηματων και επιθυμιών

που στιβάζονται σε σκουπίδια συμπιεσμένα από το αποπνικτικό του χώρου.

«Γαμημένα, δεν πρέπει να σάς χρειάζομαι άλλο».

Έτσι τα λέω,

«γαμημένα»

τα κουρέλια όπου ξάπλωνα.

Τα μπίγω γερά μέσα στις βρώμικες σακούλες

εξακολουθώ να τα βρίζω

αυτά εξακολουθούν να μού φωνάζουν «μη»

όλοι εξακολουθούμε.

Και οι μνήμες εξακολουθούν

και τα χέρια εξακολουθούν να μπίγουν τα κουρέλια στα σκουπίδια.

Συνεχίζω να καλύπτω την αυθόρμητή μου σκέψη με φωναχτές βρισιές.


Είναι αυτό που λέτε «αυθυποβολή».

Ας πιούμε, τώρα, ένα τσάι.

Thursday, 12 July 2007

Time

Οδηγούσε από το μεσημέρι χωρίς συνοδηγό. Το αυτοκίνητο, ως παλιό, δεν ήταν για πολλά πολλά. Και ήλιος, ζέστη. Είχε κρεμάσει το χέρι της έξω από το παράθυρο και αυτό καιγόταν. Ο δρόμος, άλλωστε, ήταν μακρύς και ευθύς. Ίσως η ενόχληση του καψίματος να τής προκαλούσε κάποιο ενδιαφέρον.

Στον δρόμο δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Υπήρχαν, δηλαδή, αλλά ελάχιστα, και όταν εμφανιζόταν κάποιο, υπήρχε μια αλληλοκατανόηση μεταξύ των οδηγών. Αυτό φαινόταν, ο ένας κοίταζε τον άλλο με αχρωμάτιστη ευγνωμοσύνη.

Η πορεία ήταν πολύ συγκεκριμένη. Και το σκηνικό στη διαδρομή. Ο δρόμος –όπως ήδη είπα- ήταν μια μεγάλη ευθεία, με ξεθωριασμένες στροφές. Η ευθεία του δρόμου, ουσιαστικά, ήταν μια γκρίζα λωρίδα, χρώμα που δεν ταίριαζε με το ανοιχτό καφέ του φυσικού τοπίου.

Περίμενε πάλι να είναι μπερδεμένη, να θέλει να αφεθεί και να νιώσει για πολλοστή φορά ότι είναι η αδύναμη της υπόθεσης και η δικαιολογημενη. Αποφάσισε ότι πρέπει να το αλλάξει αυτό. Αποφάσισε, όχι απαραίτητα και κατάφερε. Ήταν στη φάση της εξέλιξης. Ίσως να είχε αρχίσει να ενοχλείται, ίσως και να ήθελε να αλλάξει κάτι.

Σκέφτηκε ότι πρέπει να αλλάξει το αυτοκίνητο και να αγοράσει καινούριο, ότι πρεπει να βρει δουλειά, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ της να βγάλει τα λεφτά που ήθελε. Σκεφτόταν ότι το αυτοκίνητο κάνει τη δουλειά του, ότι το αυτοκίνητο ήταν του πατέρα της, ότι δεν συζήτησε ποτέ με τον πατέρα της.

Ποτέ της δεν θυμόταν να ενεργοποιήσει τον τηλεφωνητή όταν έφευγε από το σπίτι.

Η δύση είναι πάντα ήρεμη, όμως. Για αυτό και τότε τής άρεσε να οδηγεί. Η μέρα ήταν ενοχλητικά φανταχτερή και η νύχτα επικίνδυνη. Η νύχτα πάντα σε κάνει να νιώθεις το ίδιο δυνατός και αδύναμος. Η μέρα σε προσγειώνει απότομα. Η μέρα και η νύχτα πάντα τη δυσκόλευαν.

Πάντα θυμόταν τα γενέθλια του πατέρα της.
Ποτέ όμως δεν τού είπε χρόνια πολλά.
Επειδή πάντα ήθελε να τού το πει τρυφερά, επειδή πάντα ντρεπόταν, επειδή πάντα έλεγε «του χρόνου», επειδή ποτέ δεν κατάφερε να το πει «φέτος», επειδή ποτέ δεν επιστρέφει το «φέτος» όταν γίνεται «πέρσυ», επειδή ποτέ ξανά δεν θα υπάρξει «του χρόνου».





Thursday, 5 July 2007

To μπαλκόνι

Ξυπνούσε νωρίς κάθε πρωί, ξυπνούσε όταν ξημέρωνε, χωρίς να βάζει ξυπνητήρι. Σηκωνόταν από το κρεββάτι και τίναζε την ιδρωμένη της νυχτικιά, που είχε κολλήσει στη μέση της. Τα πόδια της πήγαιναν σαν μεθυσμένα μέχρι την τουαλέτα και μετά συνέχιζαν σταθερά προς την κουζίνα. Ετοίμαζε πρόχειρα τον καφέ της με τρεις κουταλιές ζάχαρη, έβγαινε έξω στο μπαλκόνι της και καθόταν στην καρέκλα.

Η καρέκλα ήταν λευκή και πλαστική, ήταν μια απλή καρέκλα. Τα πόδια της ακουμπούσαν πάνω στο πλαστικό και ίδρωναν, οι πατούσες της στηρίζονταν χαμηλά στα κάγκελα. Έσφιγγε τα μάτια της μέσα από τα γυαλιά της για να βλέπει καλύτερα μακρυά. Βέβαια, το μπαλκόνι της Μαρουδής βρισκόταν σχετικά χαμηλά, δεν χρειαζόταν και τόσο να σμίγει τα φρύδια της για να ξεχωρίσει τους περαστικούς στο βάθος. Από το ύψος ενός τυχαίου πρώτου ορόφου της περιοχής κοίταζε τον δρόμο, τα σκυλιά, τους ανθρώπους που γυρνούσαν από τα ψώνια και σίγουρα άμα την παρατηρούσες για ώρα, θα άκουγες σε συχνά διαστήματα

-Γεια σου, Μαρουδή.
-Ωπ! Πώς είσαι βρε Σοφία;
-Ε, καλά, μωρέ.Εδώ πέρα.
-Ε, τι να κάνουμε...Άντε γεια.
-Γεια. Χαιρετίσματα στον Κώστα.


Καθώς εφευγε αυτός που τη χαιρετούσε, η Μαρουδή τον κοίταζε μέχρι να εμφανιστεί ο επόμενος περαστικός και να επικεντρωθεί πάνω του. Παρατηρούσε αναλυτικά τον κόσμο, άλλωστε πάντα τής άρεσε να παρατηρεί τους ανθρώπους. Κοίταζε μέσα από τις γραμμές των καγκέλων τις γριές με τις σακκούλες και τις συνέκρινε με τον εαυτό της. Ένιωθε παντα νεότερη. Μετά τη σύγκριση, ερχόταν εκείνο το αμείληκτο μήπως.

Στο μπαλκόνι υπήρχε εκείνη η μικρή τηλεόραση. Ήταν μαύρη, γύρω στις 17 ίντσες, με πρίμο ήχο, και τσίριζε μόνη της, είτε η Μαρουδή ήταν εκεί είτε έλειπε.

Ναι, η Μαρουδή έδινε πολλές ώρες από τον εαυτό της στην τηλεόραση. Συνήθως την είχε συνοδευτικά ανοιχτή, καθώς έβλεπε έξω τη γειτονιά. Όταν παρακολουθούσε, μάλιστα, έπαιρνε και μαγειρεμένο φαγητό να μασουλάει. Τότε άκουγες το γαργαλιστικό και παχύ γέλοιο της να πνίγει τα σχόλιά της για αυτά που έβλεπε.



Κάθε μέρα άρχιζε με κατούρημα στην τουαλέτα και με κοίταγμα στους περαστικούς και με κουτσομπολιό και με τηλεόραση. Τελείωνε με εκείνη να αποκοιμάται στην καρέκλα του μπαλκονιού και με την τηλεόραση να βουΐζει μέχρι αργά. Η κάθε νύχτα έχανε τη μαύρη της φύση από εκείνες τις σπασμωδικές νευρικές εναλλαγές χρωμάτων των απανωτών εικόνων πάνω στο πρόσωπο της Μαρουδής.



Φοβάμαι τη Μαρουδή. Πάντα φοβόμουν τη Μαρουδή. Επειδή αυτή δεν ήταν πάντα έτσι...
Γιατί φοβάμαι τις πιθανές αλλαγές μου; Πάλι εγώ θα είμαι.

Thursday, 14 June 2007

Περί ταινιών



Καλύτερα να τις είχα δει ζωντανά, αλλά και στην ψόφια τους έκδοση παραμένουν ταινίες.

Αναφέρομαι σε τρεις, κατά τη σειρά που τις είδα: Hide & Seek/ Fight Club/ Dirty Pretty Things.

Στο Hide & Seek όλα τα εξωτερικά ήταν ευνοϊκά: Η σκηνοθεσία, η ερμηνεία των ηθοποιών, κάμερες, φωτισμοί, εικόνα και τα λοιπά. Αλλά για μένα ο εσωτερικός πυρήνας ήταν μισός. Το σενάριο ήταν απλοϊκό, αναμενόμενο, σχεδόν κλισέ. Ο Robert De Niro έπαιζε καλά, κάθε φορά εναρμονίζεται με τον ρόλο του, το ίδιο και η Dakota Fanning, το κοριτσάκι της υπόθεσης. Βέβαια, για ηθοποιούς των ικανοτήτων του De Niro η πλοκή ήταν θεματικά μίζερη, τον ρόλο του θα μπορούσε να τον έχει οποισδήποτε άνω των 45. Υπήρχαν μερικά θολά/χοντροκομμένα σημεία, που βέβαια δικαιολογούνται με την αφηρημένη επιλογή ενός διπρόσωπου πατέρα. Είναι ήδη δύσκολο ένας άνθρωπος να είναι δύο ταυτόχρονα, ας μην προσπαθήσουμε να το κάνουμε θνητό και κατανοητό.

Διπλό πρόσωπο έχουμε και στο Fight Club, αυτό του Edwart Norton και αυτό του Brad Pitt. Εδώ το διπλό δεν ήταν «χαβαλές να γίνεται», όπως στο Hide & Seek, αλλά ήταν ίσως η καλύτερη κατάληξη που θα μπορούσε να υπάρχει. Η συγκεκριμένη ταινία μπήκε στο πετσί του ανθρώπου. Ή ήταν το πετσί του ανθρώπου. Έδειχνε την τρέλα που κουβαλάμε ή και που δυνητικά κουβαλάμε, το πόσο εύκολα μπορούμε να φανατιστούμε, να τυφλωθούμε, να ξεφύγουμε, να χαθούμε. Η κυριαρχία της σάρκας, της πάλης, των φωνών και των αποχαυνωμένων βλεμμάτων ήταν μια μεθυστική ειρωνεία για το πόσο ζώα μπορούμε να είμαστε. Ήταν μια χαριτωμένη εισβολή στο ζώο του καθενός μας. Εξίσου χαριτωμένη εισβολή ήταν και οι απανωτές ψαγμένες ατάκες του Tyler (B.Pitt), που μάς ανεβοκατέβαζαν από το παρακμιακό στο διανοητικό.
Βέβαια, να πω ότι για να την εκτιμήσω την ταινία χρειάστηκε αυτή να περαστεί από δεύτερη ματιά.

Εδώ η Audrey Tautou, γνωστή από την Amelie και κατόπιν ευρέως κοινοποιούμενη μέσω του The Da Vinci Code, στην εικόνα-μοτίβο του “Dirty Pretty things” μού έδωσε την εντύπωση της πόρνης και στην πλοκή μετατράπηκε σε σεμνή μουσουλμάνα. Να πω βέβαια ότι την ταινία την περίμενα να κινείται γύρω από την πορνεία, αλλά το θέμα τελικά ήταν ο καθαρισμός των ξενοδοχειακών δωματίων ύστερα από παράνομες αφαιρέσεις οργάνων. Το σενάριο δεν διαφοροποιείται και πολύ από τα κλασικά για μετανάστες και κυνηγούς μεταναστών, αλλά είχε επιμέρους σημεία όπου φαινόταν ένα πολύ προσωπικό ύφος. Και οι ηθοποιοί, συν τον
Chiwetel Ejiofor , μπορούσαν να περάσουν το συγκεκριμένο προσωπικό που ήθελαν ο σεναριογράφος (Steven Knight) και ο σκηνοθέτης (Stephen Frears).

Thursday, 7 June 2007

Α-Β

Πάλι γράφω
για να γκρινιάξω και να κλαφτώ
και πάλι φοβάμαι
ότι θα αποφύγω τον πυρήνα
[την αλήθεια δηλαδή]
ότι με συμβολισμούς και παραβολές
θα καταλήξω σε άλλα θέματα.
Διότι κάθε φορά
θέλω να ξεσπάσω
και αρχίζω από αυτό
και φθάνω να μιλάω
για μια πατούσα.
Κάθε φορά
φοβάμαι να εκτοξεύσω το πραγματικό
γιατί αυτό μπορεί να πέσει στα μάτια σου
και να καώ.
Κάθε φορά που γράφω για σένα
νομίζω πως με διαβάζεις στα κρυφά
και ότι βουβά με σχολιάζεις.
Μα εγώ φοβάμαι να με σχολιάζεις
και γι'αυτό αδειάζω αυτό εδώ
γεμίζοντάς το με ξέμπαρκα πραγματάκια
αντί να το γεμίζω
με ειλικρίνεια και θάρρος
[ίσως και θράσσος].
Αυτή τη φορά
ούτε θα εντυπωσιάζω για να εντυπωσιάσω
ούτε θα απολογηθώ για να μην με παρεξηγήσεις.
Αυτή τη φορά
θα πετάξω τη λάσπη σε μάτια ανοιχτά
που κλείνω όταν γράφω
δήθεν για να ονειροπολώ
αλλά στην ουσία
για να κρύβομαι σαν στρουθοκάμηλος.

Ας συλλάβω λοιπόν
την απόκρυφή μου σκέψη.
Αρχίζω σιγά σιγά
[δεν χρειάζεται βία άλλωστε]
να με αποκωδικοποιώ:

Το τραγούδι που ακούω μ' αρέσει και τελειώνει
σιγά σιγά κι αυτό.
Θέλω να προλάβω να γράψω μέσα στη διάρκειά του
αλλά δεν έχει νόημα να τρέξω
επειδή θα κουραστώ.

Μα, αν είναι δυνατόν,
να υπάρχουν σημεία τόσο δικά σου
σημεία θνητά, όμως, και αναλώσιμα
που τελειώνουν...
[όχι, όχι, δεν ήθελα να το πω έτσι.
Ας το πω τότε διαφορετικά].
Ξέρεις τι είσαι;
Στον νου μου, ξέρεις τι είναι η ανάμνησή σου;
Είναι ένας νεκρός
σε μία τρύπα στη γη.
Τώρα τον θάβουν.
Τού πετούν χώμα οι νεκροθάφτες.
Και ενώ σκεπάζεται από γη
εγώ τρέχω και τον ξεσκεπάζω
μην τυχόν και καλυφθεί οριστικά.
Αυτοί οι μαλάκες την είδαν για πλάκα
να σού πετούν χώμα
και να γελούν μαζί μου που σε ξεσκεπάζω.
Ίσως να είμαι κι εγώ μαλάκας
[που συνεχίζω]
γιατί τα νύχια μου μάζεψαν πολύ χώμα
και,
εντάξει...
Νομίζω πως πονούν κι όλας.

Όμως, αλήθεια, αυτό ίσως και να σε αδικεί.
Ναι...Γιατί η ανάμνησή σου δεν είναι μόνο αυτό.
Βλέπεις,
ώρες ώρες μού θυμίζεις
σώμα νεκρό
[μα πάλι;]
που μόλις πέθανε
και που το βάζω στην καρέκλα
[να καθήσει;
Όχι, να προσπαθήσει να καθήσει]
τού κουνώ τους ώμους
το τραντάζω, φωνάζω
"Ξύπνα! Ξύπνα!"
και αυτό συνέχεια πέφτει.
"Μα γιατί πια δεν στερεώνεσαι;"
Πού πήγε η ισορροπία σου,
οι μύες σου;
Αλήθεια, πού πήγαν;

Μωρέ, δεν πα' να πέφτεις και απ' την καρέκλα...
Δεν θα παρακαλώ
σώμα νεκρό να αναστηθεί.
"Μην βούλεσαι πράγματα ανημπόρετα να μπορέσεις".
Κάπως έτσι δεν το έλεγε η παραμάνα;
Όχι ότι με ενδιαφέρει δηλαδή. Αφού αυτό εννοoύσε.
[ή έστω, αυτό εννοώ εγώ τώρα.
Μήπως γίνομαι εγωίστρια λίγο λίγο;]
Για αυτό εγω στο λέω, πτώμα:
Άμα θες να σηκωθείς, σήκω.
Άμα θες να πας να την πέσεις σε τάφο, πήγαινε.

Δημοκρατία δεν έχουμε στο κάτω-κάτω;

Ωραία, λοιπόν, όσοι νεκροί θέλουν
ας αναστηθούν
ας μείνουν νεκροί
και όσοι ζωντανοί θέλουν
ας προσπαθούν σκόπιμα
ας χάνουν τον εαυτό τους.
Τι ωραία που είναι η δημοκρατία:
Όποιος θέλει ας ζήσει
όποιος θέλει ας πάει να κόψει τον λαιμό του.

Λέω να τελειώσω
μιας και τελικά
περισσότερο τσαντίστηκα
παρά σε εκτίμησα.
Λέω να καθιερώσω και εσωτερική δημοκρατία,
τη μία ας σε ανεβάζω
την άλλη ας σε πετάω στον τοίχο.
Βέβαια, ακόμα δεν καταλαβαίνω,
γιατί πια τόση δράση-αντίδραση
τόση φάση-αντίφαση
και πραγματικά
τόση αναποφασιστικότητα;

Δεν ξέρω.
Άντε, παίξε και εσύ τώρα:
Θα μού πεις
ή
δεν θα μού πεις
γιατί
δεν
αποφασίζω;

Tuesday, 5 June 2007

Ένα

Ή όλα ή τίποτα.
Απόλυτα.
Η στήλη σου εκεί
η στήλη μου εδώ.
Θέσεις απόλυτες.

Δύο

Διάζευξη.
Είτε...είτε.
Υπάρχει και ενδιάμεσα
αλλά ένα από τα δύο θα γίνει.

Αποφασιστικότητα; Μόνο;
Προφανώς όχι.

Τρία

Κάπου ενδιάμεσα τρέμει,
το σχοινί τραβιέται από δύο μεριές.
Δεν τού άρεσε το ένα.
Πατάτε πάνω στο σκοινί, ενώ αυτό κοντεύει να σχιστεί.
Δεν το βλέπετε;
Θα μείνουν πάλι οι δύο άκρες ξεχωριστά.