Saturday, 27 October 2007

ξανάπαλιν

Λούζει τα μαλλιά. Πλένει το σώμα.

Καινούρια παπούτσια. Καινούρια μπλούζα.

Καθρέφτης. Όλα πιο όμορφα από ποτέ.

Βγαίνει από το σπίτι. Αυτοπεποίθηση.

Καινούρια παπούτσια. Καινούρια μπλούζα.

Καινούριος αέρας. Καινούριος εαυτός.

Μοναδικό. Μοναδικό.

Το Κέντρο. Το Κέντρο.

"Γεια". "Γεια".

"Σε θέλω". "Κι εγώ".

"Είσαι μοναδικός". "Είσαι μοναδική".

Εσοχή. Εξοχή.

Μοναδική Εσοχή. Μοναδική Εξοχή.

Πάντα Εσοχή. Πάντα Εξοχή.

Καινούρια παπούτσια. Καινούρια μπλούζα.

Καινούριος αέρας. Καινούριος εαυτός.

"Γεια σου. Με λένε ". "Γεια σου. Εμένα "

Μοναδική. Μοναδικός.

Πάντα. Πάντα.

Sunday, 7 October 2007

"Who controls the jazz?"



Δεν ήθελαν να μιμηθούν τον Coltrane και την band του. Ήταν μια αυτόνομη κουαρτέτα που έπαιζε με έμπνευση τον Coltrane, βγάζοντας τη δική της μουσική. Άλλωστε, το να μιμείσαι κάτι λαμπερό που σε φωτίζει αφαιρεί ακόμα περισσότερη λάμψη από σένα.

Στους τοίχους του jazz upstairs ζωγραφιές με κιμωλία, πολλά μικρά πορτοκαλί φωτάκια , τα ποτήρια από το μπαρ ήταν το άτυπο μεταλλόφωνο των μουσικών, ο πιανίστας να παίζει γρήγορα κομμάτια με αργές κινήσεις και να παίζει ο πιανίστας και το πιάνο να ακούγεται και το κόντρα μπάσσο να ακούγεται και να ανακαλύπτω: Δεν είναι τελικά το πιάνο που με γοήτευε στην κλασσική τζαζ, αλλά το κόντρα μπάσσο. Το μπάσσο, βέβαια, με τη συνοδεία των υπολοίπων. Μιλάω για τον συνδυασμό του μπάσσου με τα υπόλοιπα όργανα και για την ανάδειξή του μέσα από τη συνεργασία. Απλώς το συγκεκριμένο όργανο είναι το συμπυκνωμένο κομμάτι της υπόθεσης: Βγάζει αφηρημένο ήχο με συγκεκριμένο ρυθμό. Δίνει ρυθμό μαζί με τα drums, αλλά έχει μελωδία. Και παρά την πολυμορφία του αυτή, δεν είναι φτωχό και δεν δίνει την εντύπωση του «πολλά σε ένα». Αλλά δεν υποτιμώ τα άλλα όργανα. Τα θεωρώ, όμως, αυτόνομα. Και αναπόσπαστα. Εννοείται ότι το χαριτωμενο swing δίνεται από το πιάνο, ότι τα πιατίνια χαϊδεύουν το αυτί ως ένα αρχέτυπο cool βηματισμού και ότι το σαξόφωνο είναι το συναισθηματικό -για μένα το αισθησιακό και σεξουαλικό – τμήμα, αφού ο ήχος του είναι η μελωδοποιημένη ανάσα του παίκτη.

Ήταν η ομορφότερη είσοδος στα 18α γενέθλιά μου. 12 και κάτι το βράδυ με το κρεμώδες ποτό και τα παγάκια στο στόμα, η φίλη και οι φίλοι, ακόμα και η κάπνα. Το candy man πονεμένο τραγούδι, ο Coltrane διαβητικός να αποφεύγει τα γλυκά που τόσο αγαπούσε. Αυτό το πικρόγλυκο το έβγαλε στο κομμάτι του. Ένα κομμάτι που δεν είχα ακούσει και το βρήκα σαγηνευτικότατο, ένα μερικό alter ego, μπήκε στην κρυφή της λίστας των κομματιών μου.

Η βραδιά έκλεισε με το Pc man, ένα κομμάτι δυναμικό, καθόλου αργό και καθόλου γρήγορο. Ο σαξοφωνίστας καταϊδρωμένος σόλαρε για τελευταία φορά στον χώρο αυτό, ύστερα από συναυλία 5 ημερών. Στο τέλος του κομματιού, όπου γκάζωσαν όλοι, κοιτάζονταν και γέλαγαν. Μόλις τελείωσε και το κομμάτι αυτό, ο σαξοφωνίστας συνόδευε το play back που ακουγόταν στο bar για καληνύχτα. Ο εναπομείναντας κόσμος μαζεύτηκε στο μπαράκι στο βάθος. Εκεί και ο drummer, να μιλά με άλλους για να οργανώσουν μία τζαζ βραδιά πιο light από αυτή, για να μαζέψουν κόσμο. Ωραίο και άσχημο πάνε πακέτο. Όπως το φως και το σκοτάδι.

Με τον σαξοφωνίστα που μίλησα δεν κατάφερα να μιλήσω. Δεν ήξερε αγγλικά και εγώ κατάλαβα αργά ότι ήταν Γάλλος για να τον ρωτήσω απλά πραματάκια στα γαλλικά. Και γελούσαμε και οι δύο που δεν καταλαβαίναμε τι λέγαμε.

Κατάλαβα ότι το σαξόφωνό του ηταν από το 1940.

.

Monday, 1 October 2007

μεν-δε-αντιμεν-αντιδε-αντι-αν

«Πρέπει να αποφεύγουμε το αφηγηματικό. Η αφήγηση σκοτώνει την τέχνη, παρουσιάζει συγκεκριμένα το τι συμβαίνει και αυτό καταστρέφει το χάος της πραγματικότητας», λέει ο ζωγράφος Ντίκος Βυζάντιος.

«Η απεικόνιση παγώνει την κίνηση, τη χρωματίζει και παρουσιάζει ένα συμβάν σχεδόν υποκειμενικά. Τα χρώματα ενός πίνακα προκαταλαμβάνουν τον θεατή και σκοτώνουν το χάος που χαράζει η υποκειμενικότητα », θα μπορούσε να πει ένας μη ζωγράφος.

«Έχουμε ένα συμβάν μπροστά στα μάτια μας. Το αντιλαμβανόμαστε με τις πέντε μας αισθήσεις. Αν επιχειρήσουμε να το αποτυπώσουμε, περιορίζουμε τουλάχιστον μία από τις πέντε αισθήσεις. Αυτόματα περιορίζεται και το συμβάν. Η τεχνη περιορίζει τις αισθήσεις, περιορίζει το συμβάν, άρα σκοτώνει και το χάος της πραγματικότητας », θα μπορούσε να πει ένας παρατηρητής.

«Η τέχνη στηρίζεται στην περιγραφή του συμβάντος. Αλλά δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα, δεν έχει πέντε αισθήσεις. Άρα η τεχνη προσεγγίζει την πραγματικότητα, χωρίς να τη φτάνει ποτέ», θα μπορούσε να πει ένας άλλος παρατηρητής.

«Η πραγματικότητα είναι χαώδης, θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε ως κάτι το άπειρο. Το άπειρο κατανοείται μέσα από κάποιο όριο. Η πραγματικότητα θέλει ένα όριο για να κατανοηθεί. Η τέχνη προσεγγίζει την πραγματικότητα. Άρα η τέχνη είναι ένα μέσο κατανόησης της πραγματικότητας», θα μπορούσε να πει ένας άλλος παρατηρητής.

«Το όριο μόνο πλησιάζει. Ποτέ δεν ταυτίζεται με το άπειρο. Η πραγματικότητα δεν γίνεται να κατανοηθεί πλήρως μέσα από την τέχνη», θα μπορούσε να πει ένας άλλος παρατηρητής.

«H τέχνη δεν προσεγγίζει απαραίτητα την πραγματικότητα, αλλά κάποια πραγματικότητα. Είναι σαν να σκοτώνουμε τη φαντασία», θα μπορούσε να πει ένας άλλος παρατηρητής.

«Α», θα μπορούσε να πει ένας άλλος παρατηρητής.

Wednesday, 26 September 2007

Πίσω, ρε. :)
Μπακ του νετ.



A D S L


Coming soon...







Tuesday, 14 August 2007

Model 2216

Μονολογώ με πίεση

καταπίεση

συναισθηματων και επιθυμιών

που στιβάζονται σε σκουπίδια συμπιεσμένα από το αποπνικτικό του χώρου.

«Γαμημένα, δεν πρέπει να σάς χρειάζομαι άλλο».

Έτσι τα λέω,

«γαμημένα»

τα κουρέλια όπου ξάπλωνα.

Τα μπίγω γερά μέσα στις βρώμικες σακούλες

εξακολουθώ να τα βρίζω

αυτά εξακολουθούν να μού φωνάζουν «μη»

όλοι εξακολουθούμε.

Και οι μνήμες εξακολουθούν

και τα χέρια εξακολουθούν να μπίγουν τα κουρέλια στα σκουπίδια.

Συνεχίζω να καλύπτω την αυθόρμητή μου σκέψη με φωναχτές βρισιές.


Είναι αυτό που λέτε «αυθυποβολή».

Ας πιούμε, τώρα, ένα τσάι.

Thursday, 12 July 2007

Time

Οδηγούσε από το μεσημέρι χωρίς συνοδηγό. Το αυτοκίνητο, ως παλιό, δεν ήταν για πολλά πολλά. Και ήλιος, ζέστη. Είχε κρεμάσει το χέρι της έξω από το παράθυρο και αυτό καιγόταν. Ο δρόμος, άλλωστε, ήταν μακρύς και ευθύς. Ίσως η ενόχληση του καψίματος να τής προκαλούσε κάποιο ενδιαφέρον.

Στον δρόμο δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Υπήρχαν, δηλαδή, αλλά ελάχιστα, και όταν εμφανιζόταν κάποιο, υπήρχε μια αλληλοκατανόηση μεταξύ των οδηγών. Αυτό φαινόταν, ο ένας κοίταζε τον άλλο με αχρωμάτιστη ευγνωμοσύνη.

Η πορεία ήταν πολύ συγκεκριμένη. Και το σκηνικό στη διαδρομή. Ο δρόμος –όπως ήδη είπα- ήταν μια μεγάλη ευθεία, με ξεθωριασμένες στροφές. Η ευθεία του δρόμου, ουσιαστικά, ήταν μια γκρίζα λωρίδα, χρώμα που δεν ταίριαζε με το ανοιχτό καφέ του φυσικού τοπίου.

Περίμενε πάλι να είναι μπερδεμένη, να θέλει να αφεθεί και να νιώσει για πολλοστή φορά ότι είναι η αδύναμη της υπόθεσης και η δικαιολογημενη. Αποφάσισε ότι πρέπει να το αλλάξει αυτό. Αποφάσισε, όχι απαραίτητα και κατάφερε. Ήταν στη φάση της εξέλιξης. Ίσως να είχε αρχίσει να ενοχλείται, ίσως και να ήθελε να αλλάξει κάτι.

Σκέφτηκε ότι πρέπει να αλλάξει το αυτοκίνητο και να αγοράσει καινούριο, ότι πρεπει να βρει δουλειά, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ της να βγάλει τα λεφτά που ήθελε. Σκεφτόταν ότι το αυτοκίνητο κάνει τη δουλειά του, ότι το αυτοκίνητο ήταν του πατέρα της, ότι δεν συζήτησε ποτέ με τον πατέρα της.

Ποτέ της δεν θυμόταν να ενεργοποιήσει τον τηλεφωνητή όταν έφευγε από το σπίτι.

Η δύση είναι πάντα ήρεμη, όμως. Για αυτό και τότε τής άρεσε να οδηγεί. Η μέρα ήταν ενοχλητικά φανταχτερή και η νύχτα επικίνδυνη. Η νύχτα πάντα σε κάνει να νιώθεις το ίδιο δυνατός και αδύναμος. Η μέρα σε προσγειώνει απότομα. Η μέρα και η νύχτα πάντα τη δυσκόλευαν.

Πάντα θυμόταν τα γενέθλια του πατέρα της.
Ποτέ όμως δεν τού είπε χρόνια πολλά.
Επειδή πάντα ήθελε να τού το πει τρυφερά, επειδή πάντα ντρεπόταν, επειδή πάντα έλεγε «του χρόνου», επειδή ποτέ δεν κατάφερε να το πει «φέτος», επειδή ποτέ δεν επιστρέφει το «φέτος» όταν γίνεται «πέρσυ», επειδή ποτέ ξανά δεν θα υπάρξει «του χρόνου».





Thursday, 5 July 2007

To μπαλκόνι

Ξυπνούσε νωρίς κάθε πρωί, ξυπνούσε όταν ξημέρωνε, χωρίς να βάζει ξυπνητήρι. Σηκωνόταν από το κρεββάτι και τίναζε την ιδρωμένη της νυχτικιά, που είχε κολλήσει στη μέση της. Τα πόδια της πήγαιναν σαν μεθυσμένα μέχρι την τουαλέτα και μετά συνέχιζαν σταθερά προς την κουζίνα. Ετοίμαζε πρόχειρα τον καφέ της με τρεις κουταλιές ζάχαρη, έβγαινε έξω στο μπαλκόνι της και καθόταν στην καρέκλα.

Η καρέκλα ήταν λευκή και πλαστική, ήταν μια απλή καρέκλα. Τα πόδια της ακουμπούσαν πάνω στο πλαστικό και ίδρωναν, οι πατούσες της στηρίζονταν χαμηλά στα κάγκελα. Έσφιγγε τα μάτια της μέσα από τα γυαλιά της για να βλέπει καλύτερα μακρυά. Βέβαια, το μπαλκόνι της Μαρουδής βρισκόταν σχετικά χαμηλά, δεν χρειαζόταν και τόσο να σμίγει τα φρύδια της για να ξεχωρίσει τους περαστικούς στο βάθος. Από το ύψος ενός τυχαίου πρώτου ορόφου της περιοχής κοίταζε τον δρόμο, τα σκυλιά, τους ανθρώπους που γυρνούσαν από τα ψώνια και σίγουρα άμα την παρατηρούσες για ώρα, θα άκουγες σε συχνά διαστήματα

-Γεια σου, Μαρουδή.
-Ωπ! Πώς είσαι βρε Σοφία;
-Ε, καλά, μωρέ.Εδώ πέρα.
-Ε, τι να κάνουμε...Άντε γεια.
-Γεια. Χαιρετίσματα στον Κώστα.


Καθώς εφευγε αυτός που τη χαιρετούσε, η Μαρουδή τον κοίταζε μέχρι να εμφανιστεί ο επόμενος περαστικός και να επικεντρωθεί πάνω του. Παρατηρούσε αναλυτικά τον κόσμο, άλλωστε πάντα τής άρεσε να παρατηρεί τους ανθρώπους. Κοίταζε μέσα από τις γραμμές των καγκέλων τις γριές με τις σακκούλες και τις συνέκρινε με τον εαυτό της. Ένιωθε παντα νεότερη. Μετά τη σύγκριση, ερχόταν εκείνο το αμείληκτο μήπως.

Στο μπαλκόνι υπήρχε εκείνη η μικρή τηλεόραση. Ήταν μαύρη, γύρω στις 17 ίντσες, με πρίμο ήχο, και τσίριζε μόνη της, είτε η Μαρουδή ήταν εκεί είτε έλειπε.

Ναι, η Μαρουδή έδινε πολλές ώρες από τον εαυτό της στην τηλεόραση. Συνήθως την είχε συνοδευτικά ανοιχτή, καθώς έβλεπε έξω τη γειτονιά. Όταν παρακολουθούσε, μάλιστα, έπαιρνε και μαγειρεμένο φαγητό να μασουλάει. Τότε άκουγες το γαργαλιστικό και παχύ γέλοιο της να πνίγει τα σχόλιά της για αυτά που έβλεπε.



Κάθε μέρα άρχιζε με κατούρημα στην τουαλέτα και με κοίταγμα στους περαστικούς και με κουτσομπολιό και με τηλεόραση. Τελείωνε με εκείνη να αποκοιμάται στην καρέκλα του μπαλκονιού και με την τηλεόραση να βουΐζει μέχρι αργά. Η κάθε νύχτα έχανε τη μαύρη της φύση από εκείνες τις σπασμωδικές νευρικές εναλλαγές χρωμάτων των απανωτών εικόνων πάνω στο πρόσωπο της Μαρουδής.



Φοβάμαι τη Μαρουδή. Πάντα φοβόμουν τη Μαρουδή. Επειδή αυτή δεν ήταν πάντα έτσι...
Γιατί φοβάμαι τις πιθανές αλλαγές μου; Πάλι εγώ θα είμαι.